
loneliness is my friend by *hidlight
Νομίζεις πως πλησιάζοντας τους άλλους και συναναστρεφόμενος μαζί τους απεγκλωβίζεσαι από τη δίνη του ατομικού κενού που σε κατατρέχει από τη γέννηση σου. Στα πρόσωπα τους διακρίνεις μια αχτίδα συντροφικής ελπίδας ικανή να απαλύνει τον φόβο της απομόνωσης σου, τον φόβο πως κάποια στιγμή θα σου γυρίσουν όλοι την πλάτη και θα μείνεις μια μονάδα αποξενωμένη από το υπόλοιπο σύνολο. Είσαι σίγουρος πως η μοναξιά σου εξαφανίζεται όταν οι άλλοι δίπλα σου σ’ ακούνε, σου μιλάνε, σ’ ακουμπάνε, σε φιλούν. Όταν συνεργάζονται μαζί σου, όταν διασκεδάζετε όλοι μαζί, όταν πίνετε από το ίδιο ποτήρι ή γυρίζετε αγκαλιά στο σπίτι μεθυσμένοι. Όταν πάνω σ’ ένα κρεβάτι ενώνετε τα σώματα και γίνεστε για λίγο ένα πλάσμα με τέσσερα χέρια και πόδια σαν δυο σπασμένα μισά που ξανακολλήθηκαν.
Κι όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν θα μπορέσει ποτέ να δαμάσει την βεβαιότητα πως καραδοκεί μια έρημος που δεν μπορείς να της ξεφύγεις, που σε κατατρέχει από πολύ μικρό και θα σε κυνηγά ως το τέλος. Κι είναι μια έρημος που διαστέλλεται σαν προσεγγίζεις τους άλλους, που ισχυροποιεί την ύπαρξη της μέσα απ’ αυτούς υποδόρια, δίχως να το αντιλαμβάνεσαι και να το περιμένεις. Ακριβώς τότε που πιστεύεις πως την έχεις αποδιώξει με την κοινωνικότητα, αυτή δυναμώνει για να σου επιτεθεί δυνατότερη στη συνέχεια. Θα το κάνει για να σου αποδείξει πόσο αδύναμα είναι τα όπλα τα δικά σου, πόσο προδοτικά δουλεύουν για κείνη αφού δεν υπάρχει πιο βέβαιος τρόπος συνειδητοποίησης της μοναξιάς παρά μέσω των άλλων. Όταν τους συλλογιέσαι και κατανοείς πως κανείς τους δεν μπόρεσε ν’ αγγίξει πραγματικά τα τρίσβαθα του είναι σου, εκεί που φωλιάζει αυτή η παγωνιά και να την διώξει, στη μέση αυτής της απέραντης ερήμου που βρίσκεσαι πάντα μόνος μην έχοντας μετακινηθεί ούτε χιλιοστό από την αρχή της ζωής σου. Τότε συνειδητοποιείς για μια στιγμή την έκταση μιας μοναξιάς που δεν απαλύνεται με καμιά παρηγοριά ή ψευδαίσθηση αφού καταλαβαίνεις πως οι άλλοι δεν υπάρχουν για να την καταργήσουν παρά για να την επικυρώσουν.

My_Other_Me_by_Keizie | Deviantart.com
Ξέρω πως δεν είσαι μόνο αυτός που βλέπω. Η μορφή περισσότερο κρύβει παρά φανερώνει. Η μορφή είναι η μάσκα που φοράς για να περιφέρεσαι στο πεδίο μάχης της καθημερινότητας, είναι αυτή που φθείρεται καθώς ταξιδεύεις στην ανθρωποθάλασσα, είναι αυτή που δέχεται τις σφαίρες των συναναστροφών και τ’ αβάσταχτα φορτία του χρόνου. Η μορφή είναι μια ασπίδα που κουκουλώνει προστατεύοντας σε από τα βλέμματα, τα λόγια, τα αγγίγματα των άλλων. Φτιαγμένη από μαλακό υλικό, εφαρμόζει πάνω σου δίνοντας σχήμα στις κοινωνικώς αποδεκτές προσδοκίες μορφής. Όμως εσύ δεν είσαι αυτός που προβάλλεσαι, ξέρω πως παραμένεις πάντα κρυμμένος πίσω απ’ αυτό το περίβλημα, απομονωμένος απ’ τον έξω κόσμο, μοναχικός λύκος στις στέπες της αυτοεξορίας σου.
Είσαι μια απέραντη θάλασσα εικόνων, συναισθημάτων, σκέψεων, ονείρων. Ένα χάος που μέσα του περιέχει χιλιάδες αυτόφωτους κόσμους με τους ωκεανούς και τις οροσειρές τους. Έχεις άπειρα πρόσωπα κι αμέτρητες ιστορίες μέσα από τις διαφορετικές ζωές σου. Η ψυχή που σε περιλαμβάνει θυμίζει ωκεανό ανοιχτό που μέσα του αφήνονται να ναυαγήσουν οι ανεκπλήρωτοι καημοί του σύμπαντος. Ο βυθός σου γεμάτος θαμμένα ναυάγια ονείρων, αλληλοεξοντωνόμενους οργανισμούς και εξασθενημένες ηλιακές ακτίνες. Το φως που σε περιβάλλει διατρέχει όλο το ηλιακό φάσμα, από το υπέρυθρο ως το υπεριώδες, φωτίζοντας κάθε στιγμή όλα τα ετερογενή σου πρόσωπα. Διατρέχεις όλη την κλίμακα του πενταγράμμου, κάθε νότα γίνεται όχημα της ασχημάτιστης μουσικής που σε διατρέχει. Κι ο θάνατος εκείνο το εκκωφαντικό φως που στη ακρότητα του μετατρέπεται σε σκοτάδι, είναι εκείνο το σύμπαν που συνορεύει με το δικό σου με σημείο τομής τη σάρκινη σου ύπαρξη που τελικά παίρνει το ρόλο του διακόπτη που σε μεταφέρει από το ένα άλυτο μυστήριο στο άλλο. Από εκείνο της ζωής σ’ εκείνο της ανυπαρξίας.

Deviantart.com--PAin_by_solthra
Αν θα ζητούσα ένα πράγμα μονάχα να σε μάθω αυτό θα ήταν να πονάς. Να μη φοβάσαι, μα να περιμένεις τα χτυπήματα που σου φυλάσσει ο χρόνος στη φαρέτρα του. Κι όταν σε βρίσκει το κακό να προχωράς. Έτσι είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος, να προχωράει. Μέσα απ’ τις πληγές να προχωράει. Ο παράδεισος λένε, δεν υπήρξε ποτέ, μονάχα στην φαντασία των απεγνωσμένων. Ψηφίδες μόνο παραδείσου μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει ριγμένες τυχαία στα χρόνια του. Θα ήθελα να σε μάθω να τις μαζεύεις ώσπου συνθέσεις την δική σου μυθολογία, τον προσωπικό σου χάρτη ανακάλυψης της ομορφιάς μέσα στην ξηρασία.
Οι άλλοι θα είναι πάντα η ασθένεια και το γιατρικό. Δεν θα τους αντέχεις δίπλα σου μα δεν θα μπορείς να σταθείς και μακριά τους. Αυτή η τραγική φάρσα των σχέσεων μέσα στην ιστορία. Να ισορροπείς σαν τον ακροβάτη ανάμεσα στην αγκαλιά και την γροθιά. Και να προχωράς δίχως να ξέρεις πότε και πως τελειώνει η παράσταση. Μην ζητάς να καταλάβεις, αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Κι αν δώσεις μια ερμηνεία θα στέκει πάντα μονομερής και περιορισμένη. Απλά να μάθεις να πονάς. Ξέρεις, τα χρόνια έρχονται κατά πάνω μας σαν άρματα δρεπανηφόρα, κι όμως κανείς δεν κρατάει ασπίδα. Οι πληγές αναπόφευκτες. Κάποιοι αντέχουν, κάποιοι όχι. Να βλέπεις τα τραύματα σαν παράσημα. Καθένα θα σου θυμίζει και μια μάχη που πάλεψες όντας σε θέση μειονεκτική.
Να θυμάσαι πως ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να είναι ευτυχισμένος, μονάχα για να υπάρχει. Για λίγο. Ανάμεσα στους πόνους της γέννησης και σ’ εκείνους του θανάτου μεσολαβούν χιλιάδες άλλοι φωλιασμένοι στο κορμί, στην ψυχή, στις αισθήσεις. Πάνω που πάς να ξεριζώσεις τον ένα φυτρώνει ο άλλος. Φυσικότητα η μόλυνση. Η ατέλεια κανόνας. Κι όμως, μέσα σ’ αυτά τα ετοιμόρροπα χτίσματα φωλιάζει η ομορφιά. Η μοναδική περιουσία που αξίζει να μαζεύει κανείς. Το φώς το λίγο και μακρινό μες το βαθύ σκοτάδι. Θα ήθελα να σε μάθω να προχωράς στο σκοτάδι ζητώντας κάθε μικρή λάμψη. Κοιτώντας μέσα της θα δικαιώνονται όλες σου οι δοκιμασίες. Και το φαρμάκι θα γίνεται βάλσαμο.

Words_by_xlostxchildxofxtimex
Κι αναρωτιέται κανείς τι προσφέρουν τόσες λέξεις δεμένες η μια πίσω απ’ την άλλη μέσα σε προτάσεις, λέξεις στρατευμένες να πολεμήσουν αυτόν τον ανίκητο εχθρό, την απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους που όσο κι αν την πολεμούν με γράμματα αυτή μένει ανέπαφή σα να πυροβολούν ένα γίγαντα με χαλίκια. Αντανακλαστικό της απόγνωσης, η γραφή προσπαθεί να στήσει γέφυρες πάνω απ’ το χάος της μοναξιάς, μικρές κατασκευές που ταλαντεύονται και τρίζουν οδηγώντας σε βέβαιο κίνδυνο τους ριψοκίνδυνους διαβάτες του λόγου.
Πάντα κάποιος κάτι έχει να πει για οποιοδήποτε θέμα. Εκατομμύρια αναμμένοι πομποί ψάχνουν για παραλήπτες. Όλοι γνωρίζουν την αλήθεια, όλοι έχουν δίκιο, όλοι μιλούν ακατάπαυστα για να το υποστηρίξουν. Θα υπερασπιστούν μέχρι θανάτου την άποψη τους σα να κρέμεται από αυτήν, η υπόσταση τους. Η αυθεντία καραδοκεί πίσω από κάθε πένα και πληκτρολόγιο.
Θάλασσες λέξεων γεμίζουν χαρτιά, πλημμυρίζουν τις οθόνες όμως η δίψα παραμένει. Δίψα εκείνου που προσφέρει, πως πάντα του ξεφεύγει αυτό που θέλει να μεταδώσει, ένα αίσθημα πως μιλάει στα χαμένα. Δίψα του παραλήπτη που δεν χορταίνει από το μήνυμα, που άλλο θέλει ν’ ακούσει, κάτι άλλο περιμένει για να τον λυτρώσει, κι όλο διαβάζει περισσότερο μα μοιάζει με κείνον που προσπαθεί να ξεδιψάσει με αλατόνερο. Οι λέξεις ανάμεσα στις δύο πλευρές περιστέρια που χάνουν το μήνυμα αφήνοντας την επικοινωνία ορφανή, την επαφή ανέφικτη.

Greece_by_suicideseason93 by deviantart.com
Η πατρίδα μου είναι μια λεπτομέρεια στην άκρη της μεσογείου. Από μακριά μοιάζει με απότομη, βραχώδης ακτή. Όσο πλησιάζει όμως κανείς, βλέπει πως σχηματίζει ένα κλοιό, που σφίγγει γερά νησιά και θάλασσες μέσα στην ερμητική της μέγγενη. Αν κάποιος πλησιάσει ακόμα πιο κοντά, θα διακρίνει ανθρώπους να περιφέρονται σαν χαμένοι πάνω στο πετρώδες κορμί της. Τις περισσότερες φορές θα τους δει να τσακώνονται ή να σκοτώνονται μεταξύ τους, άλλες πάλι να χορεύουν και να γλεντούν. Ο ήλιος πέφτει με ανελέητη θέρμη πάνω στα δέντρα και τα βράχια της, τόσο που θα ‘λεγε κανείς πώς θέλει να τα πνίξει στο φώς. Οι άνθρωποι τυφλωμένοι απ’ την διάρκεια και την ένταση της λάμψης του, καταλήγουν είτε να στερεώνουν τη μοίρα τους σ’ ανύπαρκτα θεμέλια, είτε να χαράζουν πορεία μέσα από γκρεμούς. Η θάλασσα που απλώνεται ολόγυρα, δεν τους ξεδιψάει. Η ομορφιά του τοπίου δεν τους λυτρώνει. Κουβαλούν μέσα τους ένα απροσπέλαστο σκοτάδι που δεν το φτάνουν οι πύρινες βελόνες του ήλιου και μια παγωνιά που παραμένει αλώβητη από τις συνεχείς επιθέσεις της θερμότητας.
Αν μετρήσει κανείς την ιστορία της, εκτείνεται ως τις αρχές της ανθρώπινου πολιτισμού. Κάποτε στα ίδια χώματα γεννήθηκαν εκείνοι που γέννησαν την τέχνη και θεμελίωσαν την επιστήμη, εναρμονίζοντας την ύπαρξη τους στα φυσικά φαινόμενα. Μέσα στα χρόνια πολλοί λαοί πέρασαν από πάνω της, μα ποτέ πια η πρώτη φλόγα δεν κατάφερε να ξανανάψει. Έμεινε όμως να στοιχειώνει εκείνη η παλιά κατάρα τον τόπο: η ασπλαχνιά για τους ανθρώπους της. Αν τους αγαπάει δεν θα το μάθουν ποτέ, μια και πάντα τους φανερώνει τη σκληρή της όψη. Τους ζυμώνει μια ζωή στην αγωνία και στο φόβο, τους αναγκάζει να πολεμούν διαρκώς για μια δύσκολη επιβίωση, τους στρέφει συχνά σε αλληλοσπαραγμό, κι όμως εκείνη αμέτοχη κι αδάκρυτη στην τραγωδία τους, επιμένει να τους εγκαταλείπει σε μια αγωνιώδη συντριβή, στραγγίζοντας το αίμα τους μέχρι να γίνει η θυσία τους εξαγνισμός της.

Πηγή φωτογραφίας: liantinis.org
Είχε φτάσει ο καιρός να φύγει. Είναι κι η γνώση από ‘κείνες τις ουσίες που σε μεγάλη δόση γίνονται δηλητήριο. Ίδιο μ’ εκείνο που φαρμάκωσε το σοφό γέροντα η αρχαία Αθήνα. Η σύγχρονη Ελλάδα δεν χορηγεί πια κώνειο, σκοτώνει μ’ άλλους τρόπους λιγότερο ορατούς μα περισσότερο επώδυνους. Εκείνος το έβλεπε κι ήταν αυτό μια πληγή του ανοιχτή, ίσως γιατί γνώριζε τη σημασία και την ευθύνη του ελληνισμού στην ανθρωπότητα.
Μελέτησε πολύ τα βιβλία, τη φύση και τ’ αστέρια. Έχυσε στοχασμούς και πόνους στα καλούπια των λέξεων. Έγραψε για την τέχνη της φυσικής ζωής, τη φιλοσοφία που γίνεται πράξη και για το τραγούδι της ύπαρξης που σβήνεται στο άπειρο.
Σαν ένιωσε πως τελείωσε τη θητεία του στην ομορφιά και στην οδύνη του κόσμου, γύρεψε την επιστροφή στη μήτρα του τόπου του, στη ράχη του επιβλητικού βουνού της Λακωνικής γης. Ένας άντρας που είδε, έπαθε, έμαθε κι επιστρέφει πλούσιος στο αρχικό τίποτε που η ζωή το όρισε για μοίρα των πλασμάτων της. Ένας κύκλος έκλεισε.

Spiderweb_by_Allleeee
Ο ιστός της πόλης μοιάζει μ’ εκείνον της αράχνης. Απλωμένος κατά χιλιόμετρα, αδιαπέραστος στην κατασκευή του, αιχμαλωτίζει πάνω του τα σώματα εκείνων που περιφέρονται στις διακλαδώσεις του γυρεύοντας μανιακά το θαύμα της απόδρασης, το όνειρο της φυγής.
Όμως η αράχνη δεν εμφανίζεται, παραμένει αόρατη αφήνοντας τους αιχμαλώτους μ’ αυτή την παρατεταμένη αίσθηση του επικείμενου αφανισμού. Και κάθε που ακούν κάποιο θόρυβο ή διακρίνουν μια σκιά, η αναπνοή τους κόβεται και το αίμα τους παγώνει, ψιθυρίζουν προσευχές σε θεούς κι αγίους ζητώντας την εξαίρεση του θαύματος, μια μέριμνα από κάποιο αόρατο χέρι που καιροφυλαχτεί.
Ο χρόνος κυλάει σαν από μια αόρατη κλεψύδρα, κάθε δευτερόλεπτο κοντοστέκεται, σαν να είναι ζωσμένο μ’ εκρηκτικά και να περιμένει το σύνθημα να πατήσει το κουμπί. Όλοι προσμένουν κάτι να συμβεί από στιγμή σε στιγμή κι η αναμονή σα μπόρα, στέκεται βροντώντας απειλητικά πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Εκείνοι πρόχειρα στερεωμένες παρουσίες, ούτε αντιλαμβάνονται πως υπάρχουν τόσο, όσο να γεμίσουν τη διάρκεια του φόβου και την αναστολή του αφανισμού.

escape_by_foart
Οι πολυκατοικίες σύγχρονα τείχη ορθωμένα από παντού. Μια αγωνία να διακρίνεις λίγο ουρανό σκοντάφτει πάνω σε μεταλλικά σύρματα και δορυφορικές κεραίες. Στην προσπάθεια σου να ξεφύγεις σκοντάφτεις πάνω σε φορτωμένες με επιθυμίες βιτρίνες που σε καθρεφτίζουν προκλητικά. Τα οχήματα σαν τρέχεις σε προσπερνούν περιφρονητικά. Τώρα που όλα γίνονται μηχανικά, εσύ χρησιμοποιείς το σώμα σου, εργαλείο μειωμένης επίδοσης, περιθωριοποιημένο από τη σύγχρονη κινητική δύναμη.
Κι όμως εσύ επιμένεις να σχεδιάζεις ήλιους στο σκοτάδι, φτερά στις αλυσίδες, όνειρα στο σκοτεινό καμβά του ύπνου και να ψάχνεις αυτή την έξοδο διαφυγής, τώρα που οι πολιτείες γεμίσανε με ανοιχτά πεινασμένα κελιά. Πάντα υπάρχει μια κρυμμένη διαφυγή, από την άκρη των πληκτρολογίων ως τις γωνίες των ανθρώπων τις καλά κρυμμένες μέσα στην επίκαιρη αγριότητα. Το ήξερες από παλιά πως όσο γρανιτένιο κι αν φαντάζει το εμπόδιο, πάντα κρύβει τρωτά σημεία, όπου χτυπώντας το σχηματίζει ρωγμές εξόδου, ένας δρόμος προς μια άλλη, πιο αυθεντική πραγματικότητα.
Υπάρχουν έξοδοι μα δεν χαρίζονται. Δεν προσφέρονται άκοπα σε γυαλιστερές βιτρίνες, σε πολύχρωμες οθόνες, σε αίθουσες σεμιναρίων, σε λόγους και σε λόγια. Την έξοδο οφείλεις να την ζήσεις αθόρυβα κι απομονωμένα, να την γυρέψεις εκεί όπου δεν πέφτουν τα φώτα και δεν υπάρχουν μικρόφωνα. Παρακάμπτοντας το ιλουστρασιόν παραπέτασμα να ανακαλύψεις την δίοδο προς το κρυμμένο που βρίσκεται από πίσω, ερμητικά κλεισμένο στη γνησιότητα του. Και σαν το γνωρίσεις να του αφοσιωθείς ολοκληρωτικά, κλείνοντας τα μάτια στις τεχνητές σειρήνες που θα συνεχίζουν πάντα να ουρλιάζουν τριγύρω. Τότε μονάχα θα φανερωθεί ένα δρόμος προς μια εναλλακτική πραγματικότητα, μια έξοδος προς ένα ανόθευτο ουρανό.

Friendship_by_draw_your_dreams
Οι φίλοι είναι σπασμένα δικά μας κομμάτια σχηματισμένα σε άλλα πρόσωπα. Αντανακλάσεις της μορφής μας σε άλλα σώματα, βλέμμα μέσα από άλλα μάτια.
Οι φίλοι όταν πέφτουμε γίνονται χέρι απλωμένο, καταφύγιο ασφαλή από τις μπόρες και τους κεραυνούς, βάλσαμο στην ανοιχτή πληγή.
Οι φίλοι είναι αδέρφια με διαφορετικούς γονείς και άλλες ομάδες αίματος. Όμως μια σκέψη άγρυπνη μας κρατάει ενωμένους ακόμα και μέσα από μακρές περιόδους σιωπής.
Οι φίλοι δεν αξιολογούν αυτό που κάνουμε μα αυτό που είμαστε. Δεν μας ζητούν, δεν απαιτούν και δεν προστάζουν. Βλέπουν στην ατέλεια μας τη σφραγίδα της αυθεντικότητας.
Οι φίλοι δεν μας απορρίπτουν όταν δεν τους ικανοποιούμε. Γνωρίζουν πως έχουμε ελεύθερη βούληση και δικαίωμα στο σφάλμα. Γι αυτό έχουν σ’ επιφυλακή μια υπομονή που φτάνει ως την κατανόηση.
Οι φίλοι δεν προσπαθούν να επωφεληθούν μα δίνουν δίχως να ρωτούν. Και δίνουν όχι από την ιδιοκτησία τους μα απ’ τον εαυτό τους. Και ποτέ δεν υπενθυμίζουν ή ζητούν ανταμοιβή γι’ αυτή την προσφορά τους.
Οι φίλοι χαρίζουν δίχως προϋποθέσεις την αγάπη τους. Και τη δέχονται δίχως ενοχές και καχυποψία.
Οι φίλοι δεν μας αποχωρίζονται. Κάθε απομάκρυνση είναι μια ανοιχτή επιστροφή. Γιατί όπου κι αν βρισκόμαστε, φυλάμε αλώβητη την έγνοια για τον άλλο.
Γιατί η φιλία, όπως και η αγάπη, είναι μια διαρκής απόσβεση του εγωισμού.

Moral_Bankruptcy_by_rafaeldk
Η ζωή σου μια ελάχιστη σχισμή στην αιωνιότητα, η κραυγή σου ορφανός αντίλαλος στο χάος, τα παιδιά σου χάρτινα καραβάκια εγκαταλελειμμένα στον πεινασμένο ωκεανό. Τα όνειρα σου σύννεφα σε ένα απροσπέλαστο ορίζοντα, οι ελπίδες σου φτιαγμένες από χαρτονομίσματα, οι σχέσεις σου δεμένες με εύθραυστες κλωστές.
Νιώθεις φτωχός κι όλο κοιτάς στο πορτοφόλι γυρεύοντας το μέτρο της ευτυχίας που αντέχουν οι δυνατότητες σου. Όσο μπορείς να αγοράζεις, μπορείς ακόμα να αναπνέεις. Μπορείς να φοράς την ακριβή σου υφασμάτινη πανοπλία, κυνηγώντας προκλήσεις κι επιτυχίες που θα τιθασεύσουν το αχόρταγο «εγώ» σου. Καθένας σαν κι εσένα ένα «εγώ» που διαστέλλεται, ένα μπαλόνι που φουσκώνει από απαιτήσεις, δικαιώματα, κέρδη, συμβιβασμούς. Κι όσο φουσκώνεις μαζί με τους άλλους, ο χώρος λιγοστεύει, κολλάτε ο ένας πλάι στον άλλο, στριμώχνεστε, πιέζεστε ώσπου να διαλυθείτε από την αφόρητη πίεση σε μικρές σφαίρες οξυγόνου και νερού, εκσφενδονιζόμενες στο κενό του άπειρου χώρου.
Τελευταία Σχόλια